Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ο όρος «ιταλοποίηση» παρέπεμπε σε καταστάσεις χρόνιας πολιτικής αστάθειας, με κατακερματισμό του κομματικού συστήματος και βραχύβιες κυβερνήσεις- η Ιταλία μέτρησε 52 αλλαγές κυβερνήσεων από το 1950 μέχρι το 2000. Τον τελευταίο καιρό, ένα άλλο, απροσδόκητο μέχρι χθες φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, εκείνο της βρετανοποίησης. Η χώρα που γέννησε τον κοινοβουλευτισμό και δεν απειλήθηκε ποτέ από σοσιαλιστικές επαναστάσεις ή φασιστικά πραξικοπήματα, όπου το εκλογικό σύστημα ήταν πάντα ισχυρά πλειοψηφικό (σε αντίθεση με την απλή αναλογική της Ιταλίας) και οι κυβερνήσεις συνήθιζαν να εξαντλούν τη θητεία τους, βρίσκεται εδώ και 10 χρόνια σε κυβερνητικό βέρτιγκο.
Την περασμένη Δευτέρα, ο Κιρ Στάρμερ έγινε ο
τρίτος, μέσα σε αυτή τη δεκαετία, πρωθυπουργός που αναγκάστηκε να παραιτηθεί,
λιγότερο από τρία χρόνια μετά από μια θριαμβευτική εκλογική νίκη (οι άλλοι δύο
ήταν ο Ντέιβιντ Κάμερον και ο Μπόρις Τζόνσον). Ο Άντι Μπέρναμ, ο οποίος
αναμένεται να τον διαδεχθεί πολύ σύντομα, θα είναι ο έβδομος Βρετανός
πρωθυπουργός αυτής της θυελλώδους δεκαετίας και ο πέμπτος που θα αναρριχηθεί
στο αξίωμα χωρίς να έχει κερδίσει τη λαϊκή ψήφο.
Η παραίτηση Στάρμερ υποβλήθηκε την παραμονή
της δέκατης επετείου από το δημοψήφισμα για το Brexit. Το τυχαίο περιβλήθηκε μεμιάς από μια αύρα
ειμαρμένης. Αν ο δεξιός λαϊκισμός των Μπόρις Τζόνσον και Νάιτζελ Φάρατζ πρόβαλε
το Brexit ως το φάρμακο για κάθε νόσο, ο συστημικός λαϊκισμός
του Remain επιμένει να το βλέπει ως την αιτία όλων των δεινών.
Οι ακραιφνώς φιλελεύθεροι Financial Times απέφυγαν αυτή την ευκολία
όταν έγραφαν, στο κύριο άρθρο της περασμένης Τρίτης: «Η θεμελιώδης αιτία για το
κυβερνητικό καρουζέλ είναι η στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου και η επιδείνωση
των δημοσίων υπηρεσιών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που
επιδεινώθηκαν μετά το Brexit και την
πανδημία του Covid».
Το Brexit
ήταν το σύμπτωμα, άντε και ο καταλύτης μιας χρόνιας οικονομικής παθογένειας που
προκλήθηκε από δεκαετίες λιτότητας- είτε βρίσκονταν στην εξουσία η Μάργκαρετ
Θάτσερ και οι Συντηρητικοί επίγονοί της, είτε οι Νέοι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ-
απότοκος των οποίων ήταν η απαξίωση του παραδοσιακού δικομματισμού. Αυτό
επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι παρόμοια, τηρουμένων των αναλογιών,
φαινόμενα πολιτικής αστάθειας γνωρίζουν η Γαλλία και η Γερμανία, χωρίς να
υπάρχει για αυτές ο αποδιοπομπαίος
τράγος ενός Frexit ή Dexit. Αποτελεί πρωτοφανή στα χρονικά εξέλιξη, οι ηγέτες
των τριών μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων- Κιρ Στάρμερ, Εμανουέλ Μακρόν και
Φρίντριχ Μερτς- να βλέπουν τα ποσοστά δημοφιλίας τους στα Τάρταρα, κάτω του
20%.
Η Γαλλία έχει γνωρίσει έξι πρωθυπουργούς στα
τέσσερα χρόνια της δεύτερης θητείας Μακρόν. Μια κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση
αδυνατεί να πάρει σοβαρές αποφάσεις στα καίρια οικονομικά θέματα και μετά βίας
περνάει τον προϋπολογισμό. Στις τοπικές εκλογές του Μαρτίου το πολιτικό Κέντρο
της παράταξης Μακρόν καταβαραθρώθηκε, ενώ ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός των
Μαρίν Λεπέν- Ζορντάν Μπαρντελά και η
αριστερή Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν- Λυκ Μελανσόν σημείωσαν μεγάλα κέρδη.
Η τελευταία δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του 2027 φέρνει στην πρώτη
θέση τον Μπαρντελά με 32%, ενώ για τη δεύτερη θέση διαγκωνίζονται ο Μελανσόν
(16% με τάση ανόδου) και ο κεντροδεξιός Εντουάρ Φιλίπ (17% με πτωτική τάση).
Ενδεχόμενη μονομαχία Ακροδεξιάς- Ριζοσπαστικής Αριστεράς στον δεύτερο γύρο θα
ήταν ο απόλυτος εφιάλτης για τις συστημικές δυνάμεις, οι οποίες κλιμακώνουν την
εκστρατεία δαιμονοποίησης του Μελανσόν, καθιστώντας απολύτως σαφές ποιον
φοβούνται περισσότερο.
Στη Γερμανία οι επόμενες εκλογές δεν
προβλέπονται παρά για το 2029, αλλά η ταχύτατη φθορά του Μερτς, μόλις ένα χρόνο
μετά την ανάληψη της εξουσίας, επιταχύνει την προϋπάρχουσα τάση του πολιτικού
κατακερματισμού. Μέχρι και το 2002 τα
δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα, Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και Σοσιαλδημοκράτες (SPD), έπαιρναν το 77% των ψήφων ή και παραπάνω. Το 2021
έπεσαν για πρώτη φορά κάτω από το 50% και το 2025 υποχώρησαν στο 45%, προς
όφελος κυρίως της ακροδεξιάς AfD και
δευτερευόντως της αριστερής Die Linke. Δημοσκόπηση του Politico, τον περασμένο μήνα, έφερε την πρώτη θέση την AfD με 28%, για να ακολουθήσουν το CDU με 22%, οι Πράσινοι με 14%, το SPD τέταρτο με μόλις 12% και η Linke με 11%. Ρίγη ανησυχίας προκάλεσαν στους προοδευτικούς
πολίτες οι εκλογικές επιδόσεις της AfD στις
τοπικές εκλογές της Ρηνανίας- Παλατινάτου (20%) και της Βάδης- Βυρτεμβέργης
(18,8%), που επιβεβαίωσαν τη θεαματική άνοδό της στα δυτικά κρατίδια, πέρα από
τα παραδοσιακά οχυρά της στα ανατολικά.
Ο Φρίντριχ Μερτς, όπως και ο Κιρ Στάρμερ και
ο Εμανουέλ Μακρόν, πληρώνει ακριβά τον ακρωτηριασμό κοινωνικών δαπανών στο βωμό
των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων και της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας
μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τίποτα δεν δείχνει, όμως, ότι σκέφτεται
αν αλλάξει πορεία. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ανακοίνωσε ότι τα όρια
συνταξιοδότησης θα αυξηθούν σταδιακά από τα 67 στα 70 χρόνια, επικαλούμενος την
άνοδο του προσδόκιμου επιβίωσης. Σε συνδυασμό με την κρίση του κόστους ζωής και
τη στασιμότητα της γερμανικής οικονομίας, οι συνθήκες διαγράφονται ευνοϊκές για
τη μεγέθυνση των αντισυστημικών δυνάμεων και κυρίως της AfD.
Υπέρ της Ακροδεξιάς λειτουργεί και η
υιοθέτηση, σε μεγάλο βαθμό, της αντιμεταναστευτικής ατζέντας της από τις
περισσότερες συστημικές δυνάμεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιτομή αυτής της
εξέλιξης ήταν η υιοθέτηση, την περασμένη Τετάρτη, από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο
μιας νέας, σε ακραίο βαθμό βάναυσης, πολιτικής ασύλου που προβλέπει κέντρα
κράτησης παράτυπων μεταναστών σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο δρόμο που
χάραξαν ο Μπόρις Τζόνσον με τη Ρουάντα και η Τζόρτζια Μελόνι με την Αλβανία.
Ρεπορτάζ του Politico ανέφερε ότι οι πρώτες
χώρες που προορίζονται για το κατάπτυστο outsourcing μεταναστών είναι η Ρουάντα, το Ουζμπεκιστάν και η
Ουγκάντα. Τον περασμένο μήνα, η Κομισιόν έφτασε να καλέσει στις Βρυξέλλες
εκπροσώπους των Ταλιμπάν- άλλων γνωστών υπερασπιστών των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων- για να συζητήσουν τις απελάσεις μεταναστών. Αλλά και ο ίδιος ο
Στάρμερ έριξε νερό τον μύλο του Φαράτζ εξαγγέλλοντας μια σκληρότατη
μεταναστευτική πολιτική με φρασεολογία που θύμιζε τον πατριάρχη του
αντιμεταναστευτικού αμόκ Ίνοχ Πάουελ, διεκτραγωδώντας τον κίνδυνο μετατροπής
της Βρετανίας σε «έθνος ξένων».
Το κυριότερο αμάρτημα που πλήρωσε ο Στάρμερ,
όμως, ήταν ο πολιτικός καιροσκοπισμός του. Μπήκε στη σκιώδη κυβέρνηση του
Τζέρεμι Κόρμπιν δηλώνοντας πλήρη αφοσίωση στον αριστερό ηγέτη των Εργατικών,
για να τον περιλούσει στη συνέχεια με τη λάσπη του αντισημιτισμού και να
επιδοθεί σε εκστρατεία εξοστρακισμού της αριστερής πτέρυγας του κόμματος.
Ανέβηκε στην εξουσία με υποσχέσεις για εθνικοποιήσεις στο νερό, την ενέργεια,
τους σιδηροδρόμους και το ταχυδρομείο, φόρο μεγάλης περιουσίας για το 5% των
ανώτερων εισοδημάτων και κατάργηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια, αλλά
ενταφίασε όλες τις δεσμεύσεις του για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Σίτι.
Καρπός αυτής της πολιτικής του ήταν η συντριπτική ήττα των Εργατικών στις
τοπικές εκλογές της 7ης Μαϊου, προς όφελος του Reform υπό τον Νάιτζελ Φάρατζ και των Πρασίνων του Ζακ
Πολάνσκι, που έχουν υιοθετήσει ριζοσπαστικά αριστερές θέσεις τόσο στα
οικονομικά, όσο και στα εξωτερικά θέματα (αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους,
έξοδος από το ΝΑΤΟ). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του BBC, η προβολή των αποτελεσμάτων της 7ης Μαϊου σε εθνικό
επίπεδο θα έδινε τα εξής αποτελέσματα: Reform 26%, Πράσινοι 18%, Εργατικοί και Συντηρητικοί από
17%.
Ο Άντι Μπέρναμ υπήρξε μέλος των κυβερνήσεων
Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν, αλλά σήμερα εμφανίζεται ως θιασώτης μιας πιο
αριστερής γραμμής. Το «μοντέλο του Μάντσεστερ», όπου ήταν μέχρι χθες δήμαρχος,
προβλέπει εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, εν μέρει δωρεάν
συγκοινωνίες, επαναβιομηχάνιση και «το τέλος 40 χρόνων νεοφιλελευθερισμού».
Απομένει να δούμε εάν τα εννοεί όλα αυτά ή εάν θα ακολουθήσει την παλιά αρχή
του κεντροαριστερού κυνισμού ότι «κερδίζεις το κόμμα από τα αριστερά και
κυβερνάς από τα δεξιά». Στη δεύτερη περίπτωση, θα τον κυνηγάει η σκιά του
προκατόχου του, θυμίζοντάς του ότι στη Βρετανία και την Ευρώπη του καιρού μας η
απόσταση ανάμεσα στη δόξα και την ταπείνωση δεν είναι και τόσο μεγάλη.
Καθημερινή, 18 Ιουνίου 2026

Σχόλια