Τραμπ και Νετανιάχου άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας

 


Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Από την πρώτη κιόλας προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ακόμη περισσότερο μετά τη συνάντηση της Αλάσκα με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και την Ευρώπη η θεωρία συνωμοσίας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν κάτι σαν τον «Άνθρωπο της Μαντσουρίας» στην ταινία του 1962 με τον Φρανκ Σινάτρα: ένα ανδρείκελο των Ρώσων, οι οποίοι από κάπου τον κρατάνε γερά- από μυστικές οικονομικές διασυνδέσεις, από σεξουαλικά σκάνδαλα που έχουν βιντεοσκοπηθεί ή από όπου αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Μετά την έναρξη του νέου, μεγάλης κλίμακας πολέμου του Ισραήλ και του κράτους πελάτη του, των Ηνωμένων Πολιτειών, εναντίον του Ιράν, μπορεί βάσιμα κανείς να αναρωτηθεί: από πού κρατάνε, αλήθεια, τον Ντόναλντ Τραμπ ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου και οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ;

Και στις τρεις προεκλογικές εκστρατείες του (2016, 2020, 2024) ο Τραμπ είχε σημαία το America First και έβγαζε πύρινους λόγους εναντίον των ατέρμονων και καταστροφικών για τις ΗΠΑ πολέμων των προκατόχων του για αλλαγή καθεστώτος σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Σήμερα κινδυνεύει ο ίδιος να εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο μακράς διαρκείας, χωρίς ξεκάθαρο στόχο, απέναντι σε ένα κράτος που, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε στον προηγούμενο ισραηλινοαμερικανικό πόλεμο των 12 ημερών, τον περασμένο Ιούνιο, είναι πολύ πιο σκληρό καρύδι για τα δόντια του από ό,τι ήταν το Ιράκ του Σαντάμ Χουσείν και, βέβαια, το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν για τα δόντια του Τζορτζ Μπους τζούνιορ.

Ούτε οι πιο αφελείς και αστοιχείωτοι δεν μπορούν να καταπιούν το γελοίο πρόσχημα των Αμερικανών ότι στόχος του νέου πολέμου είναι να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν το ξεκίνησαν ο Χομεϊνί και οι επίγονοί του, αλλά ο Σάχης Ρεζά Παχλαβί, με την αμέριστη στήριξη των ΗΠΑ. Η ιρανική ηγεσία υπέγραψε συμφωνία για τον περιορισμό και τον αυστηρό διεθνή έλεγχο του προγράμματος το 2015, επί κυβέρνησης Ομπάμα. Η συμφωνία τηρήθηκε από πλευράς Ιράν στο ακέραιο, όπως βεβαίωναν οι διεθνείς επιθεωρητές. Ήταν ο Τραμπ εκείνος που απέσυρε τις ΗΠΑ μονομερώς από τη διεθνή συμφωνία το 2018, παρά την αντίθεση όλων των άλλων μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γερμανίας. Μετά τους βομβαρδισμούς του Ιουνίου, ο Τραμπ έλεγε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν «αφανίστηκε ολοσχερώς» και οι μυστικές υπηρεσίες του βεβαίωναν ότι παρέμενε όλους αυτούς τους μήνες ανενεργό.

Στις διαπραγματεύσεις των προηγούμενων εβδομάδων- ένα προπέτασμα καπνού μέχρι να συγκεντρώσουν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί τις δυνάμεις τους για τον πόλεμο- ο Τραμπ έθετε, πέραν του πυρηνικού προγράμματος, δύο αξιώσεις που ανταποκρίνονταν στις μαξιμαλιστικές αξιώσεις του Ισραήλ: να διακόψει το Ιράν κάθε υποστήριξη σε συμμαχικές σιιτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή (Χεζμπολάχ, Χαμάς, Χούθι, ιρακινές πολιτοφυλακές) και να περιορίσει το βεληνεκές των βαλλιστικών του πυραύλων ώστε να μην μπορεί να πλήξει το Ισραήλ. Ειδικά το δεύτερο, μόνο μια κυβέρνηση κουίσλινγκ, όπως του γιου του Σάχη που είναι μαριονέτα της Μοσάντ, θα μπορούσε να το αποδεχθεί. Ελλείψει αξιόμαχης αεροπορίας και ισχυρής αντιαεροπορικής άμυνας, οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν είναι το μόνο υπολογίσιμο μέτρο αποτροπής του Ιράν απέναντι στο οπλισμένο με πυρηνικά όπλα Ισραήλ, για τα οποία κανένας στη Δύση δεν έχει πρόβλημα. Το Ιράν βομβαρδίζεται ανηλεώς γιατί, υποτίθεται, μπορεί κάποτε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, αλλά το Ισραήλ, ένα κράτος που στιγματίστηκε στο διηνεκές με τη γενοκτονία της Γάζας, μπορεί να διαθέτει πυρηνικά χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός.

Ο βασικός στόχος αυτού του πολέμου δεν είναι ούτε το πυρηνικό, ούτε το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά η αλλαγή καθεστώτος, ώστε να εκλείψει η τελευταία υπολογίσιμη κρατική δύναμη στη Μέση Ανατολή που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό. Το είπαν ξεκάθαρα σήμερα τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Τραμπ, ο οποίος πρώτη φορά το διακήρυξε στις 13 Ιανουαρίου, στον απόηχο των μεγάλων αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων που πυροδοτήθηκαν από την οικονομική κρίση και βάφτηκαν στο αίμα. Τότε, όπως και σήμερα, είχε καλέσει τους διαδηλωτές «να καταλάβουν τους κρατικούς θεσμούς», ενώ η Μοσάντ και ο πρώην διοικητής της CIA Μάικ Πομπέο ομολογούσαν  ανοιχτά, σε αναρτήσεις τους, την επί τόπου παρέμβαση πρακτόρων τους για την απαγωγή του λαϊκού, αντικαθεστωτικού κινήματος προς όφελός τους.

Εκείνη τη στιγμή, ο Τραμπ βρισκόταν ακόμη υπό την επήρεια της μέθης που του είχε προκαλέσει η αναπάντεχα εύκολη απαγωγή του Νικολάς Μαδόυρο με την πειρατική επιδρομή στη Βενεζουέλα και είχε βάλει στο στόχαστρο, ως επόμενους στόχους την Κούβα και το Ιράν. Οι πιο θερμοκέφαλοι σύμβουλοί του, όπως ο Λίντσεϊ Γκράχαμ, και το βαθύ κράτος κολάκευαν τη ματαιοδοξία του, λέγοντάς του ότι είχε τη χρυσή ευκαιρία να ξεμπερδεύει με τη χώρα του Φιντέλ και του Τσε και να υποτάξει μια μεγάλη χώρα με τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου όπως το Ιράν, για να περάσει στην Ιστορία ως ο Αμερικανός πρόεδρος που πέτυχε εκεί που είχαν αποτύχει τόσοι και τόσοι προκάτοχοί του.

Και στις τρεις περιπτώσεις (Βενεζουέλα, Κούβα, Ιράν) η Αμερική εφάρμοσε τη συνταγή του Ρίτσαρντ Νίξον. Αμέσως μετά τη νίκη της Λαϊκής Ενότητας Σοσιαλιστών- Κομμουνιστών στη Χιλή, το 1970, ο Νίξον συγκάλεσε σύσκεψη με τον Κίσινγκερ, τον αρχηγό της CIA και λίγους ακόμη επιτελείς του, όπου συνόψισε τη στρατηγική του στο σύνθημα: Make the economy scream! (Κάντε την οικονομία να ουρλιάξει). Το εμπάργκο και η αποδιοργάνωση της οικονομίας θα δημιουργούσαν ιδανικές προϋποθέσεις για κοινωνική αναστάτωση, λαϊκές αντιδράσεις, ρήγμα στο στρατό και, τελικά, πραξικοπηματική ανατροπή της ανεπιθύμητης εξουσίας. Ο σημερινός υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ καμάρωνε, στο Νταβός, ότι με τις συντριπτικές κυρώσεις η κυβέρνησή του δημιούργησε τις συνθήκες που επέτρεψαν την έκρηξη των διαδηλώσεων, από τον περασμένο Δεκέμβριο.  

Ένα πρόσθετος παράγοντας που πρέπει να υπολογιστεί είναι η μεγάλη συμφωνία αγοράς ρωσικών οπλικών συστημάτων που συνομολόγησε το Ιράν μετά τον πόλεμο του περασμένου Ιουνίου. Ρεπορτάζ στον διεθνή Τύπο αναφέρουν ότι οι Ιρανοί θα αγοράσουν 48 μαχητικά αεροσκάφη τελευταίας γενεάς (Su-35A) και συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας (μέχρι τώρα, οι Ρώσοι δεν τους έχουν δώσει S-400, όπως έκαναν με την Τουρκίαμ, για να κρατάνε ισορροπίες με το Ισραήλ). Επομένως, λογικό είναι οι Ισραηλινοί, και το κράτος- πελάτης τους, οι ΗΠΑ, να εκτιμούν ότι το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα είναι για πολύ ακόμη ανοικτό.

Τη στιγμή που μιλούν τα όπλα, οι προβλέψεις είναι άκρως επισφαλείς. Γεγονός είναι ότι το Ιράν είναι μια τεράστια χώρα 93 εκατομμυρίων ανθρώπων, με έκταση 4,5 φορές μεγαλύτερη από τη Γερμανία και με τεράστιους ορεινούς όγκους που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολες τις επιχειρήσεις χερσαίων δυνάμεων στο έδαφός του. Ο Τραμπ θα ήθελε να χρησιμοποιήσει, αντί για boots on the ground (χερσαίες δυνάμεις) τους Ιρανούς διαδηλωτές, αλλά οι κινητοποιήσεις είχαν περιοριστεί σε σποραδικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στα πανεπιστήμια και είναι πολύ αμφίβολο αν αναζωπυρωθούν όταν η χώρα βομβαρδίζεται από εξωτερικούς εχθρούς. Άλλωστε οι Ιρανοί ξέρουν ότι οι Αμερικανοί τους βομβάρδιζαν όχι μόνο επί ισλαμικού καθεστώτος, αλλά και επί του αστού δημοκράτη Μοσαντέκ, ο οποίος είχε την κακή ιδέα να εθνικοποιήσει τα πετρέλαια, το 1953, όπως γνωρίζουν ότι υποστήριξαν αναφανδόν το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν στον ολέθριο, οκταετή πόλεμο που τους εξαπέλυσε αναίτια, τη δεκαετία του 1980.

Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυαν σαρωτικούς βομβαρδισμούς με στόχο τη δολοφονία της ανώτατης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και την αποδυνάμωση του ιρανικού οπλοστασίου. Οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των γυναικών του Ιράν απέναντι στους μουλάδες είχαν μια πρώτη επιτυχία όταν 85 κορίτσια του Δημοτικού σκοτώθηκαν από βομβαρδισμό. Από την πλευρά του, το Ιράν απαντά με βομβαρδισμούς του Ισραήλ και αμερικανικών βάσεων σε Μπαχρέιν, Κατάρ, Εμιράτα, Σαουδική Αραβία και Κουβέιτ. Η απειλή ενός μεγάλου περιφερειακού πολέμου παραμένει πιθανή.

Εάν το καθεστώς δεν καταρρεύσει εκ των έσω και αντέξει το πρώτο σοκ, για να ακολουθήσει μια παρατεταμένη σύγκρουση, με αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές καυσίμων (ειδικά αν κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ), αυτό θα ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης για τον Τραμπ, ενόψει των εκλογών για το Κογκρέσο, τον Νοέμβριο. Από την άλλη, αν υπάρξει κατάρρευση, δεν είναι καθόλου σαφές ποια πολιτική εναλλακτική λύση μπορούν να επιβάλουν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί, χωρίς τον κίνδυνο να μετατραπεί το Ιράν σε μια γεωπολιτική μαύρη τρύπα στην καρδιά της Ευρασίας, ένα αποτυχημένο κράτος που θα εξάγει πρόσφυγες και τρομοκρατία σε μαζική κλίμακα, στην Ευρώπη και γενικά στη Δύση. Ο πόλεμος στο Ιράκ έβγαλε το Ισλαμικό Κράτος, ο πόλεμος στο Ιράν δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε τι θα μπορούσε να γεννήσει.

Κανένα σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος δεν στάθηκε στο πλευρά του Τραμπ και του Νετανιάχου σε αυτόν τον πόλεμο. Ακόμη και η Βρετανία δήλωσε ότι δεν έχει καμία συμμετοχή και ότι οι βάσεις της στην Κύπρο δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ιράν. Μόνο η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, ουσιαστικά ευλόγησε τον πόλεμο, λέγοντας ότι προϋπόθεση για την ειρήνη είναι «να ελεγχθεί το πυρηνικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν», ενώ η βάση της Σούδας φιλοξένησε το αεροπλανοφόρο Τζέραλντ Φορντ καθ’ οδόν προς το Ισραήλ και ο Νετανιάχου καμάρωνε για το «εξάγωνο συμμάχων» που έχει φτιάξει, με την Ελλάδα σε περίοπτη θέση. Εύχεται κανείς να μην εξελιχθούν όλα αυτά πολύ άσχημα για την Κρήτη και για όλη την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, είναι ώρα να ακουστεί πολύ δυνατά η φωνή όλων όσοι αισθάνονται ντροπή και οργή, όσοι θέλουν να φωνάξουν: ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ!

 

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Εξαιρετική η ανάλυση σας κύριε Παπακωνσταντίνου!!!